«Κάθε πρωί ερχόταν στο μαγαζί μας ο κυρ Σταύρος, την ώρα που κόβαμε το λουκούμι στα ταψιά κι έπαιρνε τους κατιμάδες (απομηνάρια) που περίσσευαν στις άκρες. Τα έβαζε μέσα σε ψαθουράκια (ψωμάκια) που αγόραζε από το φούρνο και τα πουλούσε σε εργάτες των εργοστασίων. Ο κυρ Σταύρος διατηρούσε τα ψωμάκια ζεστά μέσα σε ένα διαφανές κασελάκι, με τζαμάκια γύρω γύρω, που είχε στο κάτω μέρος ένα συρτάρι με αναμμένα κάρβουνα. Εικόνες βγαλμένες από όνειρο. Όσο και αν φαίνεται παράξενο, ο θαυμάσιος αυτός άνθρωπος, που τόσο με εντυπωσίαζε στα νεανικά μου χρόνια, μεγάλωσε και σπούδασε τέσσερα καλά παιδιά με αυτή τη δουλειά».
 
ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΕΝΙΑ ΛΟΥΚΟΥΜΟΠΟΙΟΣ
Η Ντίνα Συκουτρή, λουκουμοποιός στη Σύρο, έμαθε την τέχνη από τον μικρασιάτη πατέρα της. Ανήκει στην τέταρτη γενιά λουκουμοποιών του νησιού και επιμένει ακόμα να φτιάχνει τα λουκούμια σε μπακιρένια καζάνια, γιατί όπως λέει κανένα άλλο μέταλλο δεν είναι κατάλληλο γι αυτό το σκοπό. Χαίρεται πολύ που ο γιος της, απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών, παίρνει κι αυτός τη σκυτάλη της οικογενειακής παράδοσης. Από φοιτητής, μόλις τέλειωνε τις εξετάσεις, έπαιρνε αμέσως το καράβι και πήγαινε στη Σύρο για να πιάσει δουλειά, δεν έχανε ούτε λεπτό.
 
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΖΑΝΙΑ
Το 1832 μπήκε η πρώτη καζανιά λουκούμι στη Σύρο, από Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας. Ο πρώτος που έβγαλε μακέτα με τη φίρμα του ήταν ο Σταματελάκης το 1837. Μετά ακολούθησαν οι Δανιόλος, Ρήγας, Κρητικός και πολλοί ακόμα. Οι παλιοί λουκουμοποιοί ανέθεταν τις μακέτες τους σε ειδικούς χαράκτες και διάλεγαν δυναμικά σύμβολα, όπως λιοντάρια, αετούς, μέλισσες, αρχαίους θεούς και στέμματα.
 
ΓΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ
Όλη η κοινωνική ζωή της Σύρου περνάει μέσα από το λουκούμι. Σε γλέντια, χαρές, πανηγύρια, ακόμα και κηδείες, προσφέρουν πάντοτε λουκούμια και γι αυτό οι λουκουμοποιοί μαθαίνουν τα χαρμόσυνα και λυπητερά μαντάτα πρώτοι απ’ όλους. Τα συναισθήματα και οι γεύσεις λουκουμιού πάνε μαζί στη Σύρο, όχι μόνο για τους ντόπιους, αλλά και για τους επισκέπτες, οι οποίοι, έστω και προσωρινά, αναστέλλουν τις δίαιτές τους, ανήμποροι να αντισταθούν στις μυρωδιές του τριαντάφυλλου, μαστίχας και περγαμόντου, που διαχέονται στην ατμόσφαιρα από τις ανοιχτές πόρτες των λουκουμοποιείων.